Το βιβλίο αυτό δεν είναι μία ακόμη θεωρητική πραγμάτευση του κωμικού είδους και των σωζόμενων δραμάτων. Απεναντίας, ο συγγραφέας του εξετάζει συστηματικά όλες τις πρακτικές πλευρές της παράστασης της κωμωδίας στην αρχαία Ελλάδα, από τις απαρχές του είδους μέχρι και τη Νέα Κωμωδία, και ανασυνθέτει τη θεατρική πράξη με τρόπο εύληπτο τόσο για τον εξειδικευμένο ερευνητή όσο και για τον μη ειδικό αναγνώστη. Ορισμένα κεφάλαια του βιβλίου πραγματεύονται γενικά θέματα, όπως η εξελικτική πορεία της κωμωδίας, οι εορτές, τα θέατρα και οι κωμικοί ποιητές. Ωστόσο, τα πιο πρωτότυπα μέρη του είναι εκείνα που αφιερώνονται στους ηθοποιούς και το ύφος της υπόκρισης, τους γυναικείους ρόλους, τα προσωπεία και τις ενδυμασίες, καθώς και στις χειρονομίες και τη γλώσσα του σώματος. Ο συγγραφέας βασίζεται κυρίως σε αρχαιολογικά τεκμήρια -αγγεία και ειδώλια- από όλο τον ελληνικό κόσμο, τα οποία υποβάλλονται σε νέα ερμηνεία, που ανατρέπει πολλές καθιερωμένες παραδοχές. Μέσα από την ανάλυσή του, η κωμωδία αναδεικνύεται τελικά όχι μόνο ως επιχώριο αθηναϊκό λογοτεχνικό είδος, αλλά και ως ολοκληρωμένη παραστατική τέχνη πανελλήνιας εμβέλειας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
«Η μελέτη του Hughes είναι πολύ σημαντική για τρεις λόγους. Ο πρώτος είναι το ότι εντάσσει την καινοτόμο θέασή του της κωμωδίας στο ιστορικό τοπίο: μιλά για τις γειτονιές, τις συνοικίες και τους φυσικούς χώρους των παραστάσεων, για τα θέατρα εντός και εκτός Αττικής και για τα θέατρα της Μεγάλης Ελλάδας. Δεύτερος λόγος είναι το ότι φωτίζει άγνωστες στο ευρύ κοινό δημιουργίες των κωμωδιογράφων, όπως τους Δαιταλείς, τους Γεωργούς, τον Ανάγυρο, τις Δανα?δες, τις Ολκάδες, τους Πελαργούς, τον Κώκαλο και τους Αιολοσίκους του Αριστοφάνη. Ο τρίτος λόγος είναι ότι καταφέρνει να απομυθοποιήσει κατεστημένες αντιλήψεις για την παραστασιακή πραγματικότητα στην αρχαία Ελλάδα, εντάσσοντας το γεγονός της κωμικής επιτέλεσης στο κοινωνικοϊστορικό του πλαίσιο και διαρκώς αναφερόμενος στις προσλαμβάνουσες του κοινού εκείνης της εποχής». (Νίκος Ξένιος, bookpress.gr, 220/01/2021)